Μιας ώρας ταξίδι ήταν . Σχεδόν τίποτα . Δυο τρεις σκέψεις , λίγο μουσική , μια γρήγορη σάρωση της εξοχής από το τζάμι και μερικές αναμνήσεις - πάντα συμβαίνει μην τις αδικήσουμε - θα περνούσε η ώρα . Σαν ζωή ...
Περίμενα υπομονετικά με το απόκομμα του εισιτηρίου στα χέρια . Ένας κοντός γεροδεμένος τύπος φόρτωνε τις βαλίτσες με νεύρο παλαιστή .Ανέβηκα παραχωρώντας τη σειρά μου σε 3-4 ηλικιωμένους να μπουν πρώτοι , η ορθοστασία από μια ηλικία και μετά είναι βασανιστήριο , αντίστοιχο με το να επιβάλεις σε έφηβο , συνεχόμενο δίωρο σε θρανίο σχολείου.
Το λεωφορείο φάνηκε παλιό , μύρισε αμέσως δερματίλα και σαν dejavu μου ρθε γεύση ζαλάδας . Κάθισα στη μέση περίπου λόγω ιδιοσυγκρασίας , τα μπροστινά καθίσματα παρ'όλη τη θέα του δρόμου , επιφέρουν το ξάφνιασμα του θεατή των πρώτων καθισμάτων και η γαλαρία από την άλλη ζαλίζει , παρόλη την αίσθηση εποπτείας που προσφέρει .Τελευταία μπήκε στο λεωφορείο μια υπέρβαρη κυρία που περπατώντας σαν εκκρεμές και γυρεύοντας θέση - άραγε πως επιλέγουν οι άλλοι άνθρωποι θέσεις - ήρθε και κάθισε δίπλα μου .
Ξεκινήσαμε . Η θέση μου περιορίστηκε στο μισό κάθισμα , η πλάτη δεν πήγαινε πίσω λόγω χαλασμένου μοχλού και έτσι ακούμπησα λίγο στο τζάμι . .Μπροστά μου μυρωδιά λακ κ περμανάντ μια άλλη κυρία με μπούκλες για σφηκοφωλιά. Πίσω μου ένα νεαρό ζευγάρι που απ την αρχή της διαδρομής γλωσσοφιλιόταν με πάθος .Στη γαλαρία ξένοι εργάτες με κόκκινα κουρασμένα πρόσωπα και δίπλα ένας παπάς με την παπαδιά .Στις μπροστά θέσεις δυο ζευγάρια ηλικιωμένων , με σακούλες με δοχεία από την λαική που μύριζαν τουρσί και δίπλα φοιτήτριες και 2-3 φαντάροι που ξερογλείφονταν χαζεύοντας τα μπούτια των κοριτσιών καθώς αυτά πλάγιαζαν για να βολευτούν στα καθίσματα.
'' Το καθίκι άναψε πάλι τσιγάρο '' αναφώνησε δίπλα μου η κυρία και την κοίταξα με απορία .
''Κάθε φορά το ίδιο ευαγγέλιο , πέντε χάπια παίρνω , έχω δύσπνοιες δεν ακούει ''
'' Θα ανοίξω παράθυρο βρε ζώο '' απαντάει ο οδηγός με το τιμόνι να βουλιάζει στην μεγάλη του κοιλιά .
'' Θα κρυώσουμε'' φωνάζει η παπαδιά '' ο πάτερ έπαθε ψύξη τις προάλλες .
'' Άνοιξε να κάνει λίγο ρεύμα '' φωνάζει ένας από τη γαλαρία .
''Σκάστο οδηγέ '' ο νεαρός από πίσω μου .
Αποφάσισα να βάλω ακουστικά ,ήταν η καλύτερη λύση . Είχα πάρει μαζί μου Wim Mertens και ήλπιζα αυτή η τεχνητή γλώσσα του να με συνεπάρει , καθώς οι διάλογοι του λεωφορείου που συνέχιζαν δεν έβγαζαν νόημα . Προσπάθησα να αποκοιμηθώ μα οι λακκούβες του δρόμου παίρναν το κεφάλι μου και το χτυπούσαν ρυθμικά στο τζάμι και έπειτα η μουσική μου σα να πνίγηκε ξαφνικά .
''Τα ψεύτικά σου χάδια υποκρισία κρύβανε , είναι η καρδιά σου άδεια
εσύ δεν είσαι άνθρωπος στ αλήθεια να αγαπήσεις
και στην καρδιά μου δε μπορείς έρωτα να χαρίσεις ''.Γιώτα Λύδια
Ο οδηγός ανέλαβε καθήκοντα dj καθώς είθισται . 'Εβγαλα τα ακουστικά και αποφάσισα να επιστρατεύσω λίγη υπομονή παραπάνω . Δεν είχε περάσει ένα εικοσάλεπτο .
'' Oύτε αχ δε θα πω , αφού έδωσα μπέσα
σε μια μαύρη καρδιά που δε μ έβαλε μέσα '' Άκης Πάνου .
Ο οδηγός φρόντιζε να ενημερώνει τους φαντάρους για τον εκάστοτε ερμηνευτή . Όχι πως τον ακούγανε βέβαια .
'' Σε στρίμωξα αγόρι μου , τι να κάνω υποφέρω κ γω ,θυροειδή , φλεβίτιδες , δισκοπάθεια , όλα , μαζί και το γαιδούρι ο σύζυγος . Και μη νομίζεις πως τρώω πολύ αν και μαγειρεύω όλη την ώρα . Ο άντρας δε χορταίνει , η νύφη μου όλη μέρα τα νύχια της φτιάχνει , τα εγγονάκια σε μένα κάθονται .''
Το ζευγάρι πίσω είχε αποκοιμηθεί αγκαλιά , ο παπάς διάβαζε ψαλμούς , η παπαδιά σταυροκοπιόταν , τους φαντάρους και τους εργάτες τους πήρε ο ύπνος , οι μπούκλες αυτάρεσκα κοιταζόντουσαν συνεχώς στο μικρό καθρεφτάκι , ο οδηγός συνέχιζε να καπνίζει και να μουρμουρίζει απευθυνόμενος στις φοιτήτριες τώρα και αυτές τραβούσαν selfie ανέμελες .
'' Είσαι γυναίκα του μπελά και σε μπελά με βάζεις ,
χαμένοι παν οι κόποι μου ρε τι ναι αυτά
, μυαλό πια δεν αλλάζεις '' Περπινιάδης δεσποινίδες , Περπινιάδης !
Και ενώ απέμενε κανά τέταρτο ακόμα ένα μπαμ εκκωφαντικό ακούστηκε , σα να πέσαμε σε τρύπα και ο οδηγός έκανε στην άκρη . Όλοι αναταράχτηκαν μαζί και ένα δοχείο από τουρσί που έσπασε και χύθηκε στο πάτωμα , άνοιξαν οι πόρτες και ένας ένας βγήκαμε έξω να δούμε τι συμβαίνει .
'' Λάστιχο , αράξτε κανά μισάωρο να το σιάξω ''
Έκανα και γω να κατέβω , γλίστρησα στα σκαλιά της πόρτας από τα υγρά του δοχείου κ βρέθηκα έξω από το λεωφορείο ανάσκελα . Μαζεύτηκαν όλοι από πάνω μου κοιτώντας με αγωνία .
''ΚΤΕΛ '' είπα από μέσα μου , αγανακτισμένος , αντικρύζοντας τα πρόσωπα αυτών των ανθρώπων .
Έπειτα συλλογίστηκα πώς μετριέται ο χρόνος μέσα σ ένα πούλμαν . Ταξιδεύουμε μπρος ή πίσω ; Εκείνες οι αμήχανες στιγμές '' κοινωνικοποίησης''τι αποδεικνύουν ; Και γιατί όλοι αυτοί οι συνταξιδιώτες στη διαδρομή προς το χωριό , μου φάνηκαν τελικά πολύ πιο σπουδαίοι από την αφεντιά μου ; Γιατί όλη αυτή η τραγικότητα που κουβαλούν , πλησιάζει το γνήσιο και φωταγωγεί μυστικά τις ζωές των υπολοίπων , των δήθεν κανονικών ; Τι σημαίνει στ' αλήθεια ΚΤΕΛ ; Πόσο διαρκούν τα ταξίδια του ; Μήπως είναι μια μηχανή του χρόνου , ένα πλυντήριο που ξεπλένει σκέψεις ; Τι μας κάνει σημαντικούς ; Πόσο απροσδόκητη είναι η διαδρομή της ζωής ;
Και εγώ που ακούω Μertens και ντύνομαι καθώς πρέπει , και περιφρονώ τα Θεία και μυρίζω κολώνια κ όχι εργατιά , και τί έγινε λοιπόν ;
'' Φτάσαμε ... (Κ)αι (Τ)ι (Ε)γινε (Λ)οιπόν ... Λίτσα Διαμάντη νεαρέ ... Λίτσα Διαμάντη !
Από την προς έκδοση συλλογή '' Καθαρό Νερό '' 25 Διηγήματα
Περίμενα υπομονετικά με το απόκομμα του εισιτηρίου στα χέρια . Ένας κοντός γεροδεμένος τύπος φόρτωνε τις βαλίτσες με νεύρο παλαιστή .Ανέβηκα παραχωρώντας τη σειρά μου σε 3-4 ηλικιωμένους να μπουν πρώτοι , η ορθοστασία από μια ηλικία και μετά είναι βασανιστήριο , αντίστοιχο με το να επιβάλεις σε έφηβο , συνεχόμενο δίωρο σε θρανίο σχολείου.
Το λεωφορείο φάνηκε παλιό , μύρισε αμέσως δερματίλα και σαν dejavu μου ρθε γεύση ζαλάδας . Κάθισα στη μέση περίπου λόγω ιδιοσυγκρασίας , τα μπροστινά καθίσματα παρ'όλη τη θέα του δρόμου , επιφέρουν το ξάφνιασμα του θεατή των πρώτων καθισμάτων και η γαλαρία από την άλλη ζαλίζει , παρόλη την αίσθηση εποπτείας που προσφέρει .Τελευταία μπήκε στο λεωφορείο μια υπέρβαρη κυρία που περπατώντας σαν εκκρεμές και γυρεύοντας θέση - άραγε πως επιλέγουν οι άλλοι άνθρωποι θέσεις - ήρθε και κάθισε δίπλα μου .
Ξεκινήσαμε . Η θέση μου περιορίστηκε στο μισό κάθισμα , η πλάτη δεν πήγαινε πίσω λόγω χαλασμένου μοχλού και έτσι ακούμπησα λίγο στο τζάμι . .Μπροστά μου μυρωδιά λακ κ περμανάντ μια άλλη κυρία με μπούκλες για σφηκοφωλιά. Πίσω μου ένα νεαρό ζευγάρι που απ την αρχή της διαδρομής γλωσσοφιλιόταν με πάθος .Στη γαλαρία ξένοι εργάτες με κόκκινα κουρασμένα πρόσωπα και δίπλα ένας παπάς με την παπαδιά .Στις μπροστά θέσεις δυο ζευγάρια ηλικιωμένων , με σακούλες με δοχεία από την λαική που μύριζαν τουρσί και δίπλα φοιτήτριες και 2-3 φαντάροι που ξερογλείφονταν χαζεύοντας τα μπούτια των κοριτσιών καθώς αυτά πλάγιαζαν για να βολευτούν στα καθίσματα.
'' Το καθίκι άναψε πάλι τσιγάρο '' αναφώνησε δίπλα μου η κυρία και την κοίταξα με απορία .
''Κάθε φορά το ίδιο ευαγγέλιο , πέντε χάπια παίρνω , έχω δύσπνοιες δεν ακούει ''
'' Θα ανοίξω παράθυρο βρε ζώο '' απαντάει ο οδηγός με το τιμόνι να βουλιάζει στην μεγάλη του κοιλιά .
'' Θα κρυώσουμε'' φωνάζει η παπαδιά '' ο πάτερ έπαθε ψύξη τις προάλλες .
'' Άνοιξε να κάνει λίγο ρεύμα '' φωνάζει ένας από τη γαλαρία .
''Σκάστο οδηγέ '' ο νεαρός από πίσω μου .
Αποφάσισα να βάλω ακουστικά ,ήταν η καλύτερη λύση . Είχα πάρει μαζί μου Wim Mertens και ήλπιζα αυτή η τεχνητή γλώσσα του να με συνεπάρει , καθώς οι διάλογοι του λεωφορείου που συνέχιζαν δεν έβγαζαν νόημα . Προσπάθησα να αποκοιμηθώ μα οι λακκούβες του δρόμου παίρναν το κεφάλι μου και το χτυπούσαν ρυθμικά στο τζάμι και έπειτα η μουσική μου σα να πνίγηκε ξαφνικά .
''Τα ψεύτικά σου χάδια υποκρισία κρύβανε , είναι η καρδιά σου άδεια
εσύ δεν είσαι άνθρωπος στ αλήθεια να αγαπήσεις
και στην καρδιά μου δε μπορείς έρωτα να χαρίσεις ''.Γιώτα Λύδια
Ο οδηγός ανέλαβε καθήκοντα dj καθώς είθισται . 'Εβγαλα τα ακουστικά και αποφάσισα να επιστρατεύσω λίγη υπομονή παραπάνω . Δεν είχε περάσει ένα εικοσάλεπτο .
'' Oύτε αχ δε θα πω , αφού έδωσα μπέσα
σε μια μαύρη καρδιά που δε μ έβαλε μέσα '' Άκης Πάνου .
Ο οδηγός φρόντιζε να ενημερώνει τους φαντάρους για τον εκάστοτε ερμηνευτή . Όχι πως τον ακούγανε βέβαια .
'' Σε στρίμωξα αγόρι μου , τι να κάνω υποφέρω κ γω ,θυροειδή , φλεβίτιδες , δισκοπάθεια , όλα , μαζί και το γαιδούρι ο σύζυγος . Και μη νομίζεις πως τρώω πολύ αν και μαγειρεύω όλη την ώρα . Ο άντρας δε χορταίνει , η νύφη μου όλη μέρα τα νύχια της φτιάχνει , τα εγγονάκια σε μένα κάθονται .''
Το ζευγάρι πίσω είχε αποκοιμηθεί αγκαλιά , ο παπάς διάβαζε ψαλμούς , η παπαδιά σταυροκοπιόταν , τους φαντάρους και τους εργάτες τους πήρε ο ύπνος , οι μπούκλες αυτάρεσκα κοιταζόντουσαν συνεχώς στο μικρό καθρεφτάκι , ο οδηγός συνέχιζε να καπνίζει και να μουρμουρίζει απευθυνόμενος στις φοιτήτριες τώρα και αυτές τραβούσαν selfie ανέμελες .
'' Είσαι γυναίκα του μπελά και σε μπελά με βάζεις ,
χαμένοι παν οι κόποι μου ρε τι ναι αυτά
, μυαλό πια δεν αλλάζεις '' Περπινιάδης δεσποινίδες , Περπινιάδης !
Και ενώ απέμενε κανά τέταρτο ακόμα ένα μπαμ εκκωφαντικό ακούστηκε , σα να πέσαμε σε τρύπα και ο οδηγός έκανε στην άκρη . Όλοι αναταράχτηκαν μαζί και ένα δοχείο από τουρσί που έσπασε και χύθηκε στο πάτωμα , άνοιξαν οι πόρτες και ένας ένας βγήκαμε έξω να δούμε τι συμβαίνει .
'' Λάστιχο , αράξτε κανά μισάωρο να το σιάξω ''
Έκανα και γω να κατέβω , γλίστρησα στα σκαλιά της πόρτας από τα υγρά του δοχείου κ βρέθηκα έξω από το λεωφορείο ανάσκελα . Μαζεύτηκαν όλοι από πάνω μου κοιτώντας με αγωνία .
''ΚΤΕΛ '' είπα από μέσα μου , αγανακτισμένος , αντικρύζοντας τα πρόσωπα αυτών των ανθρώπων .
Έπειτα συλλογίστηκα πώς μετριέται ο χρόνος μέσα σ ένα πούλμαν . Ταξιδεύουμε μπρος ή πίσω ; Εκείνες οι αμήχανες στιγμές '' κοινωνικοποίησης''τι αποδεικνύουν ; Και γιατί όλοι αυτοί οι συνταξιδιώτες στη διαδρομή προς το χωριό , μου φάνηκαν τελικά πολύ πιο σπουδαίοι από την αφεντιά μου ; Γιατί όλη αυτή η τραγικότητα που κουβαλούν , πλησιάζει το γνήσιο και φωταγωγεί μυστικά τις ζωές των υπολοίπων , των δήθεν κανονικών ; Τι σημαίνει στ' αλήθεια ΚΤΕΛ ; Πόσο διαρκούν τα ταξίδια του ; Μήπως είναι μια μηχανή του χρόνου , ένα πλυντήριο που ξεπλένει σκέψεις ; Τι μας κάνει σημαντικούς ; Πόσο απροσδόκητη είναι η διαδρομή της ζωής ;
Και εγώ που ακούω Μertens και ντύνομαι καθώς πρέπει , και περιφρονώ τα Θεία και μυρίζω κολώνια κ όχι εργατιά , και τί έγινε λοιπόν ;
'' Φτάσαμε ... (Κ)αι (Τ)ι (Ε)γινε (Λ)οιπόν ... Λίτσα Διαμάντη νεαρέ ... Λίτσα Διαμάντη !
Από την προς έκδοση συλλογή '' Καθαρό Νερό '' 25 Διηγήματα

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου