Πέμπτη 1 Σεπτεμβρίου 2011

Οι βάρδιες


                                       Για τα χρόνια της Αργυροκάστρου.

Η γειτονιά ήταν ένας στενός δρόμος που ‘μοιαζε με σώμα μπουκαλιού γιατί στην αρχή χωρούσαν αυτοκίνητα, όσο προχωρούσες όμως στένευε σαν λαιμός. Τα σπίτια ήταν όλα πολύ κοντά το ένα με το άλλο και τα μπαλκόνια αντικριστά.  Ξέραμε τα εσώρουχα και τις αλλαξιές του κάθε νοικοκυριού και λίγο πολύ την ιστορία του , επρόκειτο για άτυπη συγκατοίκηση. Το στενό ήταν μια σκηνή. Με πολλές εκδοχές σεναρίου, όσες και οι άνθρωποι.  Εμένα ο προβολέας μου έπεφτε πάντα στον κυρ Στέφο.
Τον συναντούσα πολλές φορές έξω από την πόρτα του, στο λαιμό του δρόμου και με σταματούσε, σηκώνοντας ψηλά το μπαστούνι σαν παράγγελμα,  κοιτώντας με έντονα με το γυάλινο μάτι του ή δεν ξέρω αν είχε καταρράκτη, σα να ήθελε να  αποκωδικοποιήσει την νεανική μου ορμή-το κάνουν εύκολα αυτό οι πρεσβύτεροι- ή σα να με αγαπούσε συνωμοτικά. Όποτε βρισκόμασταν άνοιγε την καμπαρντίνα και έβγαζε απ τη φόδρα - τσέπη ένα μπουκάλι κρασί, κρυφά παρμένο απ’ την κάβα του σπιτιού μην τον ανακαλύψει η σύζυγος.
 Πιτσιρίκος εγώ ..μου ‘λεγε «πιες μια γουλιά»..όχι του ‘λεγα δεν κάνει.
 «Πάντως να ξέρεις τους μήνες που χουν ρο να πίνεις κρασί , τους υπόλοιπους μπύρα».
Κατέβαζε μια ρουφηξιά μεγάλη και συνέχιζε να πιπιλίζει έναν κόκκο καφέ στο στόμα, ολοήμερη,  αγαπημένη του συνήθεια. Τα κρασιά δεν τα εμφάνιζε μέσα στο σπίτι γιατί του απαγόρευαν οι γιατροί να πίνει και η γυναίκα του φώναζε. Είχε όμως ανακαλύψει άλλον τρόπο να περνά τα ‘’σύνορα’’.
 Κάθε Οκτώβρη η οικογένεια αγόραζε ξύλα για το τζάκι. Το φορτηγό έμπαινε στο στενό και αράδειαζε από την καρότσα όλη την κομμένη ξυλεία, στο δρόμο. Έβγαιναν τότε τα παιδιά του κυρ Στέφου και ένα ένα τα ξύλα, τα έριχναν σε μια τεχνητή οπή που υπήρχε στον εξωτερικό τοίχο του σπιτιού. Η τρύπα ήταν ο φεγγίτης του υπογείου όπου και κατέληγαν. Ο κυρ Στέφος το επόμενο βράδυ της διαδικασίας, οργανωμένα επισκεπτόταν το μίνι μάρκετ και γύριζε με ένα κιβώτιο κρασιά, άνοιγε την τρύπα και εκεί πετούσε τις μπουκάλες  τυλιγμένες με πανί για να μη σπάσουν. Έμπαινε ύστερα στο υπόγειο από τη μέσα μεριά και τακτοποιούσε τα μπουκάλια έτσι ώστε να μην τον ανακαλύψει κανείς ισχυριζόμενος ότι ελέγχει το πώς στοιβάχτηκαν τα ξύλα. Έτυχε κάποιον Οκτώβρη να περνώ από το στενό την ίδια στιγμή που το μισό σώμα του Στέφου ήταν χωμένο στην τρύπα. Κατάλαβα τι έκανε και αυτός μόλις βγήκε αντιλήφθηκε ότι είχα δει το μυστικό. 
Σηκώθηκε όρθιος φορώντας παντόφλες, πυτζάμες και την καμπαρντίνα και αφού έβηξε προκαταβολικά  όλο το βήχα του ερχόμενου χειμώνα , έφτυσε στο δρόμο και με ‘πιασε από το γιακά.
 «Μικρέ. Δεν ξέρω αν θα τα καταφέρνω για πολύ ακόμα. Του χρόνου μάλλον θα ‘μαι στο καρότσι. Η αρρώστια με τρώει σιγά και υπομονετικά αλλά επειδή είμαι σκύλος και πουσταράς την τρώω και γω την καριόλα και θα την πάρω μαζί μου».
Η αθυροστομία του, που τακτικά ''κανόνιζε'' τα κακώς κείμενα της γειτονιάς και το ίδιο του το στόμα που όσο μου μιλούσε βρωμούσε καφέ και κρασί, με τάραξαν και μπορούσα να δω το φοβισμένο μου πρόσωπο να καθρεφτίζεται στο γυάλινο μάτι του.
« Πάρε αυτά εδώ τα φράγκα προκαταβολή και κανόνισε τέτοια μέρα να κάνεις σωστά τη δουλειά».
Έφυγα τρομαγμένος και δεν είπα σε κανέναν τίποτα.
Ο καιρός περνούσε τον κυρ Στέφο δεν τον είδα παρά μόνο 2-3 φορές ξανά από μακριά. Μάθαινα πως δεν τα πηγαίνει καλά με την υγεία του και είχε υποβληθεί σε τραχειοτομή. Τα λεφτά πάντως τα χα φυλάξει σε ασφαλές σημείο. Είχα δώσει το λόγο μου.                                                                                                
Αρχές του επόμενου φθινοπώρου και ακούω από την μητέρα μου πως οι διπλανοί παρήγγειλαν ξύλα για το χειμώνα. Τσεκάρω την κρυψώνα να σιγουρευτώ ότι τα λεφτά είναι στη θέση τους. Την επόμενη βγαίνω έξω και ρίχνω κλεφτές ματιές να δω αν το ξεφόρτωμα προχωρά κανονικά.  Όλα πήγαιναν βάσει σχεδίου.  Έρχεται και μένα η ώρα μου. Βγαίνω από το σπίτι πηγαίνω στο μίνι μάρκετ αγοράζω ένα κιβώτιο και προσεχτικά κατευθύνομαι στην τρύπα. Την ανοίγω με προσοχή για να μην ακουστεί θόρυβος και αρχίζω να ρίχνω τα μπουκάλια μέσα ώσπου μια στιγμή ακούγεται μια φωνή.
 «Ουστ κλεφταρά ήρθες να πάρεις τα ξύλα».
Σηκώνομαι και βλέπω τον κυρ Στέφο με ένα κιβώτιο κρασί στα χέρια να με κοιτά αγριεμένος.
«Κυρ Στέφο ήρθα να κάνω τη δουλειά που μου ζήτησες πέρσι δε θυμάσαι».
«Ου να χαθείς ψεύτη. Πάρε δρόμο».
Έφυγα κακήν κακώς διότι ο Στέφος δε θυμόταν τίποτα. Η αρρώστια είχε προχωρήσει και δεν αναγνώριζε ούτε τους δικούς του. Και μετά από λίγες μέρες καταβεβλημένος μονιμοποιήθηκε στο κρεβάτι. Οι δικοί του ανακάλυψαν την τελευταία παρτίδα κρασιών στο υπόγειο και λύθηκε και το μυστήριο της παράνομης εισαγωγής. Ένα απόγευμα η μητέρα μου με παρακάλεσε να επισκεφτούμε το σπίτι του διότι τα νέα δεν ήταν καλά, και ήθελε να τον δει πριν πεθάνει. Παραδόξως εκείνη τη μέρα είχε συνέλθει για λίγο. Μας χαιρέτησε έναν έναν με τα ονόματά  μας, ρώτησε τα νέα και μια στιγμή με φώναξε δίπλα του με τρεμουλιαστή φωνή που ξύνει.  
 «Πάρε αυτά τα φράγκα και πετάξου στο μίνι μάρκετ αύριο βράδυ. Πάρε μου μια κούτα κρασί άνοιξε την τρύπα που είναι απ έξω τραβώντας δυο φορές προς τα κάτω και μια προς τα πάνω το σύρτη και ρίχ’ τα μπουκάλια μέσα. Και τσιμουδιά».   
 Δεν τήρησα όμως αυτή τη φορά την υπόσχεση. Τα λεφτά τα άφησα στη γυναίκα του και δεν πήγα ποτέ στο μίνι μάρκετ. Άλλωστε το υπόγειο είχε αρχίσει να ανακαινίζεται για να μετατραπεί στην πορεία σε μια αληθινή κάβα κρασιών από τα παιδιά του, που δε χρησιμοποιούσαν πια το τζάκι.     
Τι χαρά θα ‘κανε ο κυρ Στέφος αν έβλεπε την κάβα.     
Η τρύπα βέβαια υπάρχει ακόμα.                                                 
Και το στενό.                                                                                   
Και τα σπίτια.                                                                                 
Μόνο οι άνθρωποι αλλάξανε βάρδιες.

Αυτά που λες φίλε. 

Στεφανακο τι χρωστάμε για τα κρασιά ; 






   
        




Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου